ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ – Σπουδή 1

Στα 10 χρόνια λειτουργίας του (2005 – 2015), ο Βυζαντινός Χορός ΤΡΟΠΟΣ εγκαινιάζει την νέα εκδοτική σειρά

ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ.

Σπουδή 1

1. Ανοιξαντάρια, Μέλος Κοσµά ∆οχειαρίτου (α΄ µισό 19ου αιώνα), ήχος πλάγιος του τετάρτου

2. ∆οξαστικόν του εσπερινού εις την αποτοµήν του τιµίου, ενδόξου Προφήτου, Προδρόµου και Βαπτιστού Ιωάννου, Μέλος ∆ανιήλ ∆ανιηλίδου του Κατουνακιώτου (†1929), οκτώηχο και δίχορο

 3. ∆οξολογία, Μέλος ∆ανιήλ ∆ανιηλίδου του Κατουνακιώτου (†1929), ήχος δευτερόπρωτος

4. Ὅσοι εἰς Χριστόν – δύναµις, Μέλος ιεροµονάχου Θεοφάνους Βατοπαιδινού (γένν. 1977), ήχος πρώτος

5. Κράτηµα, Μέλος Θεοφάνους Καρύκη, Πρωτοψάλτου της Μεγάλης Εκκλησίας (περ. 1578) και Οικουµενικού Πατριάρχου (1597), ήχος πλάγιος του πρώτου

Κεντρική διάθεση, από τις Εκδόσεις Σταμούλη,
www.stamoulis.gr | info@stamoulis.gr
Αθήνα: Αβέρωφ 2, τ.κ. 10433, τηλ.: 2105238305, fax: 2105238959

Στον πρόλογο της έκδοσης, ο Κων. Αγγελίδης σημειώνει:

 Ὅλοι οἱ λαοί διδάσκουν τή δική τους κουλτούρα. Οἱ Γερµανοί διδάσκουν τόν Μπάχ, τόν Μπετόβεν. Ἐµεῖς δέν ἔχουµε ἄλ­λους, ἔχουµε τόν Κουκουζέλη, τόν Κα­ρύκη… Αὐτούς πρέπει νά µάθουµε. Ἀλλά στήν Ἑλλάδα συµ­βαίνει τό ἑξῆς τροµερό: ὁτιδήποτε δυτικό θεωρεῖται ὡραιότερο.» Αὐτές οἱ σκέψεις τοῦ δασκάλου Λυκούργου Ἀγγελόπουλου ἔδωσαν τό ἔναυσµα γιά τή δηµιουργία µιᾶς νέας ἐκδοτικῆς σειρᾶς, µέ τόν γενικό τίτλο «Κλασική Ἐκκλησιαστική Μουσική».

Κλασική Ἐκκλησιαστική Μουσική εἶναι ἡ δική µας κλα­σική µουσική. «Ἡ ἱστορία της καλύπτει τή βυζαντινή καί ὑστεροβυζαντινή περίοδο, καί ἡ µακραίωνη παράδοσή της παραµένει καί σήµερα ζωντανή, ὡς µουσική τῆς Ἐκκλησίας καί µουσική κληρονοµιά τοῦ λαοῦ µας…, εἶναι ἡ µουσική µέ φιλοσοφική θέση, µορφή καί ὕφος, πού διατηρεῖ τή βασική της ταυτότητα, συνεχῶς τή διευρύνει καί σταθερά ἀναγνωρίζεται ὡς µοναδική», σύµφωνα µέ τόν συνθέτη Μιχάλη Ἀδάµη.

 Ἕνας φιλόµουσος ὁµολογοῦσε κάποτε ὅτι, «ἀκούγοντας τή µουσική τῶν ἀγγέλων, κατάλαβε στήν ἀπεραντοσύνη της τά ὅρια κάθε ἄλλης µουσικῆς». Γιατί η µουσική αυτή ἔχει ἕνα πλῆρες, αὐτοτελές καί ἄρτιο µουσικό σύστηµα, σηµαντικούς ἐπώνυµους συνθέτες, µιά διαδροµή ὑψηλῆς τέχνης ἀπό τά µέσα τοῦ 10ου αἰώνα.

Εἶναι ἡ σοβαρή µουσική πού δέν εἶναι κοσµική. Ὡς πρώτη µουσική τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, κατόπιν µουσική τῆς ἐκτεταµένης Ἀνατολικῆς Αὐτοκρατορίας, ἀναπτύχθηκε στήν ἐκκλησία, πού πάντα ἦταν τό κέντρο τῆς ζωῆς στό Βυζάντιο. Αὐτός ἦταν ὁ χῶρος τοῦ µουσικοῦ γίγνεσθαι καί τῆς µουσικῆς πρωτοπορίας. Ἡ µουσική αὐτή ἐπικράτησε σέ µιά εὐρύτερη περιοχή, ὅπου ἡ Ἀνατολή συναντᾶ τούς  Ἕλληνες καί τούς Σλάβους, καί δικαιοῦται νά διεκδικεῖ τίς διαστάσεις µιᾶς µουσικῆς πού ὑπῆρξε «οἰκουµενική» (Μιχάλης Ἀδάµης).

Μετά τήν Ἅλωση, ἐπιβίωσε ὡς µουσική τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλη­σίας, καί σήµερα ἀποτελεῖ τήν ἐκκλησιαστική µουσική µας παράδοση, µέ ὑψηλές κορυφώσεις ὅσον ἀφορᾶ τή σύλληψη ἀλλά καί τήν πραγµάτωση τοῦ ἠχητικοῦ ἀποτελέσµατος.

Τό βυζαντινό µέλος ἀγγίζει τίς ἀνθρώπινες καρδιές, ἀποτυπώνει στά βάθη τους βιώµατα ἰσχυρά, µεταφέρει χάρη, παρηγοριά, εἰρήνη καί ἐλπίδα, σύµφωνα µέ τόν ἀρχιµανδρίτη Αἰµιλιανό Σιµωνοπετρίτη ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ὅλοι µέ σεµνότητα καί µεγαλοπρέπεια ψάλλουν ἀκούραστα, διατηρώντας τήν παράδοση σέ αὐτό τό «ὑπερχιλιόχρονο πολιτισµικό ἐργαστήρι σοφίας καί τέχνης» (Γέρων Μωυσῆς Ἁγιορείτης).

Τέχνη µέ πνευµατικότητα, ἐξαγνισµένη µέσα στή λειτουργική ζωή τῆς ἐκκλησίας, «φυλακτήριο καί διαχρονικό σχολεῖο πού περιφρουρεῖ καί διαφυλάσσει καί παραδίδει τήν γλώσσα µας τήν ἑλληνική ἀλώβητη καί καθαρή», κατά τόν καθηγητή Γρηγόριο Στάθη.

Ἕνας µουσικός πολιτισµός, γραπτός καί ἔντεχνος, µέ 7.000 µουσικούς κώδικες, κορυφαῖα δηµιουργήµατα µελοποιίας, πού ἀναµένουν µελετητές τῆς θεωρίας, τῆς πράξης, τῆς ἔρευνας, διακόνους τῆς ψαλτικῆς τέχνης. Ἡ παρουσίαση αὐτῶν τῶν ἔργων εἶναι χρέος πρός τόν ἑλληνικό µας πολιτισµό.

Στίς µέρες µας ἡ προσέγγιση τῆς παλαιᾶς γραφῆς ὅλων τῶν φάσεων ἐξέλιξης τῆς σηµειογραφίας, οἱ µουσικολογικές µελέτες καί διδακτορικές διατριβές, ἡ διδασκαλία τῆς ψαλτικῆς τέχνης σέ σχολές καί ὠδεῖα, ἡ ἠχογράφηση παραδοσιακῶν ψαλτῶν καί ἡ διάσωση τῆς προφορικῆς παράδοσης· οἱ ἐκδόσεις θεωρητικῶν συγγραµµάτων βασισµένων στήν ἔρευνα, αὐτογράφων καί χειρογράφων κωδίκων, ψηφιακῶν δίσκων µέ µέλη ἀπό τόν πλοῦτο τῶν Βυζαντινῶν καί µεταβυζαντινῶν µαϊστόρων, ἡ πραγµατοποίηση συναυλιῶν µέ συνθέσεις πού δύσκολα ψάλλονται στήν ἐκκλησία· ἡ ὕπαρξη πρωτοψαλτῶν πού µέ σεβασµό ἐµµένουν στήν τήρηση τοῦ τυπικοῦ, συγκροτοῦν µικρούς χορούς κατά τά πρότυπα τῆς ΜτΧΕ, ψάλλουν κλασικά µέλη χωρίς ἐπίδειξη φωνητικῶν δεξιοτήτων, µελοποιῶν πού καλύπτουν σύγχρονες ἀνάγκες σύνθεσης, βασιζόµενοι ὅµως στίς δοµές καί µουσικές φόρµες πού κουβαλᾶ ἡ µελοποιητική ἐµπειρία τῶν παλαιοτέρων, ὥς τίς ἀναζητήσεις, ἐπιρροές καί συνεργασίες µουσικῶν Ἀνατολῆς καί ∆ύσης, πού κατανοοῦν τήν ὕψιστη καθ’ ἡµᾶς µουσική, ἀποτελοῦν τήν ἐλπίδα, τή «µικρά ζύµη» πού µπορεῖ νά διατηρήσει ἀλλά καί νά ἀναζωογονήσει ἕναν θησαυρό µέ ἱερή ἀξία”.